Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Θα ήθελα να είμαι πάντα, η μάνα που είμαι το καλοκαίρι...


Θα ήθελα να είμαι πάντα η μάνα που είμαι το καλοκαίρι. Να γδυθώ από τα «μη» και να απαλλαγώ από τις προστακτικές που σε εκνευρίζουν. «Ντύσου, αργήσαμε», «διάβασε», «πλύσου», «σταμάτα».

Να γίνω μόνο προτροπές που δεν έχουν καταναγκασμό, που δίνουν επιλογές. «Ας πάμε μια βόλτα», «ας δοκιμάσουμε αυτό το γλυκό». Να μπορώ να σε ακούω, να είμαι δοσμένη στις κουβέντες σου, και να ρουφάω κάθε συναίσθημα, κάθε φόβο και επιθυμία που κρύβεται πίσω από τις λεξούλες σου. Να σε αφουγκράζομαι. Να έχω το χρόνο να το κάνω, και να μην με διακόπτουν υποχρεώσεις, ρολόγια, δουλειές και χρονοδιαγράμματα. Να μπορώ να κάθομαι δίπλα σου και να μην κάνουμε τίποτα. Να έχουμε την πολυτέλεια να στήνουμε παραμύθια από το τίποτα, να μιλάμε για τους Κύκλωπες και κέρινα φτερά του Ίκαρου.

Να ακουμπάμε τα κεφάλια μας σε γρασίδια και αμμουδιές, να χαζεύουμε τον έναστρο ουρανό και να δείχνουμε με τα δάχτυλά μας υψωμένα τη μικρή και τη μεγάλη Άρκτο. Να πούμε σαχλαμάρες, και να κάνουμε γκριμάτσες. Να ψευδίσουμε, να τραγουδήσουμε και να γελάσουμε και να κάνουμε όλα αυτά που φαίνονται ασήμαντα αλλά που στην πραγματικότητα πλάθουν μικρούς κρατήρες στην μικρή σου καρδιά, από τους οποίους αργότερα θα ξεχυθούν ένα σωρό συναισθήματα. Να χτίσουμε γλυκές στιγμές, μικρές, τόσο δα μικρούλες, αλλά καθημερινές, που όταν, μετά από πολλά χρόνια, τις βάλεις τη μία πάνω στην άλλη φτιάχνεις έναν ουρανοξύστη ευτυχίας.

Αυτή η μαμά θα ήθελα να είμαι πάντα, αυτή που αγαπάς ακόμα πιο πολύ όταν είμαστε διακοπές. Που θα πει για μια φορά «έλα μωρέ και τι έγινε», που δεν θα φωνάξει με το ακατάστατο σπίτι, με τα άπλυτα σου χέρια, τα βρώμικά σου ρούχα, που άργησες, που έφαγες δύο παγωτά σήμερα, που στο «φεύγουμε» είπες « πέντε λεπτά ακόμα» και τα πέντε έγιναν είκοσι, που έκανες φασαρία το μεσημέρι, που κοιμήθηκες αργά…

Αυτή η μαμά με όλες τις βόλτες και τα παιχνίδια και τις γλύκες, τις αγκαλιές και τις σκανταλιές που θες και μου ζητάς κάθε λεπτό. Και που τα περιμένεις στο τέλος της εβδομάδας, ενώ θα μας άξιζε να είναι η καθημερινότητά μας. Όμως τι θα είχαμε μετά να περιμένουμε; Κάτι θα βρίσκαμε.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Απόψε...

Απόψε θα’ θελα να ‘ρθεις.
Αυτό θα ‘θελα.
Να ‘ρθεις για λίγο μόνο.
Γιατί να στο κρύψω; Ποιος ο λόγος;
 Θα ήθελα να 'ρθείς και να χωθείς στο πάπλωμα.
Ήσυχα κι αθόρυβα.
Μη μου μιλήσεις...Μη με ξυπνήσεις...Μη μου αρνηθείς...

Θέλω να νιώσω τη ζεστασιά του κορμιού σου.
Θέλω να γεμίσει το δωμάτιο με το άρωμά σου και τα σεντόνια με τη μυρωδιά σου.
Να μην υπάρχει χρόνος..ούτε χώρος...Μόνο εμείς...

Έλα μια φορά κι ύστερα φύγε... Έμαθα πια.
Τη συνήθισα την έλλειψή σου...Δε με πονάει...Ένα ελαφρύ μούδιασμα νιώθω μόνο αργά τη νύχτα που αγκαλιάζω το μαξιλάρι μου και χάνομαι στις σκέψεις μου. Μόνο τότε δεν ανέχομαι τον εαυτό μου. Τις άλλες ώρες του ‘μαθα να στέκεται όρθιος, να μην πληγώνεται, να μην αγγίζεται, να μην περιμένει...

Έγραψα σε ένα χαρτί όλα όσα δε πρέπει να κάνω.
 Δε πρέπει να σε ψάχνω.
Δε πρέπει να σε ενοχλώ.
Δε πρέπει να σε πάρω τηλέφωνο...Ούτε να περιμένω ένα.
Πρέπει να έχω εγωισμό και αυτοέλεγχο.
Να μη σε σκέφτομαι και να σε σβήνω απ όπου πας και σφηνώνεις κάθε μέρα....

Ένα σωρό πρέπει μάζεψα.
Τα κόλλησα στο ψυγείο, στο καθρέφτη, στο γραφείο, στο αμάξι...Παντού...
Μόνο το κρεββάτι κράτησα ανέπαφο.
Όταν ξαπλώνω πάνω του τα ξεχνάω...Εκεί μπορώ να λέω τι θέλω.

Κι απόψε θέλω εσένα.
Έλα μια φορά κι ύστερα φύγε.
 Δε θα σε κρατήσω.
Δε θα σε εμποδίσω.
Δε το ‘κανα ποτέ άλλωστε.
Μην αργείς, όμως, γιατί δεν αντέχω άλλο.
Κουράστηκα να περιμένω στο σκοτάδι...Συνήθισαν και τα μάτια μου και φοβάμαι μήπως έρθεις και δε σε δω...

Έλα για απόψε.
 Γι’ αυτή τη νύχτα...
Έλα όπως σε φαντάζομαι...Όπως έρχεσαι κάθε βράδυ για να με κάνεις να αποκοιμηθώ...
Σήκωσε το πάπλωμα και ξάπλωσε δίπλα μου.
Πέρνα τα χέρια σου από πάνω μου, μπλέξε τα πόδια σου στα δικά μου, φίλα με...
Την παρουσία σου θέλω...
Έλα να μπερδευτούν τα κορμιά μας...
Έλα να με βάλεις για ύπνο μία φορά...

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

Ένα ταξίδι στο μυαλό σου...!!!

Τα πιο ωραία ταξίδια, λένε κάποιοι, είναι εκείνα τα οποία έχεις προγραμματίσει σε μέρη που έχεις δει.
Σε μέρη που γνωρίζεις.
Προβλέψιμα τοπία και προβλέψιμες συνήθειες εξασφαλίζουν μία ασφαλή από εκπλήξεις διαδρομή. Ένα στάνταρ όμορφο ταξίδι...

Εμένα, πάλι, πάντα με γοήτευε το ρίσκο της έκπληξης...

Από όλα ομως τα ταξίδια που γυρίζουν τελευταία στο μυαλό μου, εγώ θα ήθελα εκείνο το ένα, το μοναχικό, αυτό που θα έκανα μόνη μου, αυτό που δεν φαντάζεσαι...
Αυτό που θα έκανα... σε σένα. 

Τα ανταλλάζω όλα τα ταξίδια με εκεινο το ένα και μοναδικό που λαχταρώ, εκείνο στο μυαλό σου μέσα. Έστω για λίγο...

Στα μακρινά μονοπάτια του θελω να περιφέρομαι...Κάπως έτσι το φαντάζομαι....Θα διασχίζω κάθε ένα από αυτά τα μονοπάτια, ανακαλύπτοντας κάθε μικρή ή μεγάλη σου σκέψη. Οτιδήποτε παρεμβάλλεται μεταξύ των όσων λες και μεταξύ όσων αποφασίζεις να μην πεις....
Όλα αυτά που νομίζεις ότι δε θα μάθω ποτέ.

Στον αριστερό ορίζοντα του μυαλού σου βρίσκονται όλα όσα σχετίζονται με τα λόγια σου. Κάθε σκέψη που διασχίζει αυτό το υπέροχο μυαλό όσο μιλάς. 

Θα έδινα τα πάντα αρκεί να ήξερα τι σκέφτεσαι όσο μου μιλάς. Όλα εκείνα που σκέφτεσαι πριν πεις όσα λες. Μα και μετά... Κυρίως όμως όσα θέλεις να πεις αλλά δεν λες...
Εκεί θα ήθελα να πρώτοταξιδέψω. Στο λόγο σου και τη λογική του...Στη μαγική διαδικασία κατά την οποία τα συναισθήματά σου μετατρέπονται στις ηδονές εκείνες που από λέξεις γίνονται πράξεις.

Και μετά στη δεξιά πλευρά του μυαλού σου, εκεί που συμβαίνουν όλα πριν ακόμη τα συνειδητοποιήσεις και τα αισθανθείς. Στο κάθε σου συναίσθημα, από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο. Στο κάθε ερέθισμα που γεννά συναίσθημα... Σε όλα όσα πυροδοτούν το γέλιο και το κλάμα σου... Στο κάθε σκίρτημα του μυαλού πριν γίνει σκίρτημα της καρδιάς σου!
Ο δεξιός ορίζοντας του μυαλού σου, εκείνος που αφορά όλους τους φόβους και τις ανησυχίες σου, θα 'ναι το πιο μακρύ μέρος του ταξιδιού μου...

Περιφερόμενη εκεί θα ήξερα κάθε τι που σκοτεινιάζει το βλέμμα σου. Θα ήξερα αμέσως κάθε τι που σε κάνει νευρικό, που σε τρομάζει, που σε γεμίζει ανασφάλεια και αβεβαιότητα.
Κάθε τι που σκέφτεσαι όταν κοιτάς το κενό και δεν μιλάς....

Όλα τα σιωπηλά «αχ» και όλα τα «γαμώτο», κάθε μελαγχολία και κάθε θλίψη, κάθε πικρή ανάμνηση και κάθε απωθημένο, κάθε λαχτάρα και κάθε νοσταλγία. Όλα θα τα διέκρινα χωρίς μία σου λέξη. Έτσι θα μπορούσα μονομιάς να μετατρέψω την κάθε τέτοια στιγμή σε χαμόγελο! 
Όλα τα μελαγχολικά σου θα τα έφτιαχνα, θα τα έπλαθα, σα πλαστελίνη, σχέδια χαρούμενα και χρωματιστά. Δεν θα ήξερες το πώς. Θα νόμιζες ότι όλα γίνονται συμπτωματικά... Μα θα προλάβαινα κάθε μπόρα, κάθε βροχή!

Αν το μυαλό σου ήταν έδαφος...γη....θα ήθελα να οργώσω κάθε σπιθαμή και να βάλω στο χώμα του τη σημαία μου. Μα είμαι ένας άνθρωπος απλός και αδύναμος.
Τα ταξίδια μου δεν ήταν ποτέ μακρινά. Όσο κι αν το πόθησα.
Οι κατακτήσεις μου ήταν πάντα λιτές. Όσο κι αν επιθύμησα.
Κι όλη αυτή η αυτοκρατορία των σκέψεων πίσω από τα μάτια σου θα παραμείνει ανεξερεύνητη...Γη άγνωστη...

Ας μη με πάνε ποτέ οι σκληροί, ναυτικοί μου χάρτες εκεί.
Εγώ θα συνεχίσω να αναρωτιέμαι για όσα κρατάς μυστικά κι εσύ θα χαμογελάς κάθε που προσπαθώ να μαντεψω...












Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Γερνάω μαμά...

Γερνάω μαμά.
Δεν είμαι πια παιδί.

Και δεν χωράω πια να κρυφτώ.
Πουθενά κι από κανέναν.
Δεν κρύβομαι πια για να με βρούνε.
Δεν κρύβομαι όταν κάνω μια ζημιά.
Δεν κρύβομαι όταν φοβάμαι τον μπαμπούλα.

Ούτε έρχομαι πια το βράδυ στο κρεβάτι σας όταν φοβάμαι και όταν βλέπω εφιάλτες.
Κοιτάω τον μπαμπούλα κατάματα πια. Κι ας τον φοβάμαι.
Και πάω στο σαλόνι να καπνίσω ένα τσιγάρο μέχρι να μου περάσει ο φόβος, και μέχρι να ξεχαστούν οι εφιάλτες που πια είναι περισσότεροι από τα όνειρα που κάνω.

Γερνάω μαμά.

Και δεν αλλάζω κάθε βδομάδα φίλες και παρέες.
Δεν βιάζομαι πια να θεωρήσω κάποιον φίλο και δεν γράφω πια στο θρανίο B.F.F.E.
Ίσως γιατί δεν έχω πια θρανίο, αλλά και να είχα δεν θα έγραφα πάνω του, αλλά στην καρδιά μου το «B.F.F.E» , για τους λίγους φίλους που με διάλεξαν και τους διάλεξα.

Γερνάω μαμά.

Και δεν έχω σχολείο αύριο, αλλά δουλειά. Και δεν μπορώ να πω πως «πονάει η κοιλίτσα μου», για να μην πάω. Μεγάλωσε η κοιλιά μου, δεν είναι πια «κοιλίτσα» βλέπεις , και πρέπει να πάω στη δουλειά. Για να έχω λεφτά, και να πληρώνω μόνη μου, όπως κάνουν οι μεγάλοι.

Γερνάω μαμά.

Και δεν πιστεύω πια σε παραμύθια.
Ούτε σε δράκους και πρίγκιπες.
Μην με ρωτήσεις αν πιστεύω στο «και εμείς καλύτερα», γιατί δεν το πιστεύω. Το ελπίζω.

Γερνάω μαμά.

Και έχω βγάλει μια άσπρη τρίχα.
Και ξέρεις δεν είναι η άσπρη τρίχα που λένε «ευτυχία είναι», γιατί είναι η άσπρη τρίχα που δείχνει τον χρόνο που περνά. Και δεν ξέρω αν αυτός ο χρόνος είναι ευτυχία.
Και έχω και κάποιες ρυτίδες. Και αυτές στην μέση των φρυδιών είναι από την σκέψη και την στεναχώρια, και θυμάμαι να μου λες «μην «συννεφιάζεις», θα κάνεις ρυτίδες», κι εγώ τότε γελούσα γιατί ήμουνα πολύ μικρή για να συνειδητοποιήσω πως αναπόφευκτα θα έχω ρυτίδες.

Και οι άλλες ρυτίδες πλάι από το στόμα είναι από το γέλιο, και θυμάμαι τη γιαγιά να μου λέει «να χαμογελάς, να μη γελάς δυνατά γιατί θα κάνεις ρυτίδες», κι εγώ τότε γελούσα πιο πολύ για να της αποδείξω αυτό που πίστευα, πως εγώ δεν θα κάνω ρυτίδες. Ποτέ.
Γερνάω μαμά.
Και τις ρυτίδες αυτές του γέλιου τις αγαπάω, γιατί μου θυμίζουν πόσο έχω γελάσει στην ζωή μου.
Και τις ρυτίδες αυτές ανάμεσα στα φρύδια δεν θέλω να τις βλέπω, γιατί μου θυμίζουν πόσο έχω «συννεφιάσει» και πόσο έχω σκεφτεί στην ζωή μου.
Γερνάω μαμά.
Και αγόρασα κρέμα ημέρας, κρέμα νυκτός, κρέμα ενυδατική, κρέμα για τα μάτια. Και είναι όλες αχρησιμοποίητες στο ράφι. Μαζί με τα μανταλάκια ντεμακιγιάζ. Κάποιοι θα έλεγαν και μαζί με εμένα.

Γερνάω μαμά.

Και πολλές φορές κουράζομαι να σκέφτομαι, και λέω στον εαυτό μου «γιόλο». Και άλλες φορές κάθομαι και υπεραναλύω την παραμικρή λεπτομέρεια του παραμικρού συμβάντος.

Γερνάω μαμά.

Και μπορώ πιο εύκολα να πω πως φταίω εγώ όταν φταίω, παρά να ρίξω το φταίξιμο στον άλλο. Μπορώ να ζητήσω «συγγνώμη» και ξέρεις καλά πόσο δύσκολα ζητούσα συγγνώμη. Μπορώ να λέω «δεν μπορώ» και «δεν θέλω». Γιατί πλέον θέλω να μην μπορώ.

Γερνάω μαμά.

Και δεν με νοιάζει πια τι θα πει ο κόσμος γιατί θυμήθηκα ότι ποτέ δεν τον ρώτησα κάτι.
Γερνάω μαμά.
Και όταν μου μιλάνε στον πληθυντικό καμιά φορά θυμώνω. Κι όταν με λένε «κυρία» τους απαντάω «βλέπεις καμιά κυρία εδώ;».

Γερνάω μαμά.

Και σκέφτομαι πως μικρή ήθελα να γίνω αστροναύτισσα. Δεν ξέρω τι έγινα τελικά. Αλλά προσπαθώ να γίνω.

Γερνάω μαμά.
Ξέρω πως θα μου πεις «μικρή είσαι ακόμα». Και ξέρω πως θα το πιστεύεις. Γιατί ξέρω πως για εσένα θα είμαι πάντα το «μικρό». Κι είναι παρήγορο που ξέρω πως θα είμαι πάντα το «μικρό».

Γερνάω μαμά.
Και δεν έχω όρεξη για τούρτες και κεράκια. Αλλά ξέρω πως θα μου πάρεις τούρτα και κεράκια, ξέρω πως όσο κι αν δεν μου αρέσουν αυτά, την ώρα που θα σβήνω τα κεράκια θα κάνω την ίδια ευχή που κάνω κάθε χρόνο από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Και ξέρω πως μετά από το σβήσιμο των κεριών θα αφηγηθείς με μαθηματική ακρίβεια τι συνέβη την μέρα που γεννήθηκα.

Γερνάω μαμά.
Και κάθε χρόνος που έρχεται στη ζωή μου είναι κάπως πιο ανάλαφρος γιατί είναι απαλλαγμένος απο «βάρη» και «φορτία» που κάποτε έμοιαζαν σημαντικά αλλά πλέον είναι ανούσια.

Γερνάω μαμά.
Και κάθε χρόνο που μεγαλώνω έμαθα να εκτιμώ αυτά που έχω, και να ελπίζω σε και για όσα θέλω.

Γερνάω μαμά.

Και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, αυτό σημαίνει «μεγαλώνω». Δεν ξέρω αν σημαίνει «ωριμάζω», ξέρω πως σημαίνει εξελίσσομαι.

Μεγαλώνω μαμά.













https://mikreskathimerinesstories.wordpress.com

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Στον γιο μου..."Ο άντρας που θέλω να γίνεις…"

Είμαστε όλοι κατασκευές που δημιουργηθήκαμε πάνω σε μιά στιγμή πάθους.

Με τη σειρά μας έφτασε η ώρα να δημιουργήσουμε κι εμείς. Και φτιάξαμε. Και νομίζουμε ότι φτιάχνουμε κάτι που μας μοιάζει. Όχι, εγώ δεν θέλω να μου μοιάσεις. Σε θέλω πρωτότυπη κατασκευή, δίχως κατάλοιπα και δίχως δογματισμούς. Ο καμβάς ο δικός σου είναι κατάλευκος κι έχεις στα χέρια σου όλων των ειδών τα χρώματα.

Να ‘ξέρες πόσο σε ζηλεύω και πόσο σε φοβάμαι. Οφείλω να σου πω μόνο πως τα έντονα χρώματα επισκιάζουν πάντα τα πιο απαλά. Γι’αυτό σε συμβουλεύω να χρησιμοποιείς έντονα χρώματα. Σου ζητώ συγνώμη για τον κόσμο που σε έφερα, μιας και δεν είναι ο κόσμος που ονειρευόμουν για σένα. Δεν απέχει πολύ από τα παραμύθια που σου διαβάζω. Είναι γεμάτος μάγισσες, δράκους, νεράιδες, δυνατούς κι αδυνάτους. Αλλά εδώ δεν θριαμβεύει πάντα το καλό.

Οι άνθρωποι τρέχουν με έγνοιες πολλές. Βιάζονται τόσο που δεν γνωρίζουν ούτε τον εαυτό τους, ούτε τον προορισμό τους. Δεν παίζουν, δεν τραγουδάνε, δεν χορεύουν, δεν γελάνε με την καρδιά τους, δεν νιώθουν. Οι άνθρωποι φοβούνται. Κι εγώ προσπαθώ να σου μάθω να μη φοβάσαι. Οι άνθρωποι κουβαλάμε αποσκευές. Μνήμες, εμπειρίες, χρόνια. Θα έπρεπε να εστιάζουμε στη στιγμή, στην αγάπη και στον έρωτα κι εστιάζουμε στον φόβο.

Η δική σου βαλίτσα τώρα αρχίζει να γεμίζει. Θυμήσου να μην την πολυγεμίζεις γιατί το ταξίδι είναι μακρύ και δεν θέλω να κουραστείς. Οφείλω να σου πω όμως, πως κάποια στιγμή θα χρειαστεί να κουβαλήσεις και την βαλίτσα κάποιου άλλου και τότε δεν θα πρέπει να φοβηθείς το βάρος, αλλά περήφανα και δυνατά να το σηκώσεις. Πρέπει να ξέρεις πως τα βάρη όταν μοιράζονται γίνονται ελαφρύτερα. 
Γι” αυτό υποσχέσου μου να μη φοβηθείς στιγμή την αγάπη. 
Σου εγγυώμαι πως όσο σε τρομάξει, άλλο τόσο θα σε ανταμοίψει. Θέλω να ρισκάρεις, να τολμάς και να μην ακούς κανέναν πέρα απο τις εσωτερικές σου φωνές.

Να θυμάσαι εκείνο το παιχνίδι που παίζαμε όταν ήσουν μικρός. Κάθε φορά που είσαι σε δίλημμα για το τι πρέπει να κάνεις θα κλείνεις τα μάτια, θα χαλαρώνεις και θα παίρνεις την απάντηση που χρειάζεσαι. Όσο πιο πολύ σε τρομάζει, τόσο πιο σωστή είναι. Μην ακούσεις τους πολλούς που θα σου μιλούν με λογικά επιχειρήματα, σου έχω μάθει καλύτερα από αυτό. Η απάντησεις πάντα στην καρδιά σου θα βρίσκονται. Και κάνε μου μιά χάρη.

Σου έμαθα να περπατάς. Αυτό το συνήθειο που έχεις να περπατάς πάνω στις γραμμές σταμάτα το. Βγές έξω από τις γραμμές παιδί μου. Έξω, εκεί είναι η αλήθεια της ζωής, πέρα από τα όρια που εμείς οι ίδιοι βάζουμε στον εαυτό μας. 

Σπάσε τα όρια και ζήσε!